άτολμος

(προωθήθηκε από άτολμο)
Μεταφράσεις

άτολμος

('atolmos) αρσενικό

άτολμη

('atolmi) θηλυκό

άτολμο

timid, diffident, meek ('atolmo) ουδέτερο
επίθετο
δειλός άτολμη κίνηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close