| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.626.043 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άτομο |
0,03 sec. |
|
άτομο atom, individual, person atome, personne átomo, pessoa ذَرَّة, فَرد atom, člověk atom, person Atom, Person átomo, persona atomi, henkilö atom, osoba atomo, persona 人, 原子 사람, 원자 atoom, persoon atom, person atom, osoba атом, человек atom, person บุคคล, อะตอม atom, kişi người, nguyên tử 人, 原子 ουσ ουδ άτομο ['atomo] 1 πρόσωπο physionomie; visage 2 ελάχιστη μονάδα ύλης atome κατ'άτομο ο καθένας ξεχωριστά par personne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|