άτσαλος

Μεταφράσεις

άτσαλος

('atsalos) αρσενικό

άτσαλη

('atsali) θηλυκό

άτσαλο

clumsyأَخْرَقnemotornýkluntetungeschickttorpekömpelögauchenespretanmaldestro不器用な서투른onhandigklossetniezgrabnydesajeitadoнеуклюжийklumpigงุ่มง่ามsakarvụng về笨拙的 ('atsalo) ουδέτερο
επίθετο
αδέξιος έχω άτσαλους τρόπους άτσαλες κινήσεις
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close