| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.838.836 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άτυχος |
0,02 sec. |
|
άτυχος infortuné, malchanceux hapless, unlucky غير محظوظ nešťastný uheldig Pech haben desafortunado huono-onninen nesretan sfortunato 運の悪い 불운한 ongelukkig uheldig pechowy azarado неудачный oturlig โชคร้าย şanssız không may mắn 不幸的 επίθ α / θ / ουδ άτυχος, άτυχη, άτυχο ['atixos, 'atiçi, 'atixo] 1 που δεν έχει τύχη qui n'a pas de chancemalchanceux/-euse Είναι άτυχος. Il n'a pas de chance. άτυχος παίκτης un joueur malchanceux 2 με κακό τέλος malheureux/-euse άτυχος γάμος un mariage malheureux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|