άυπνος

(προωθήθηκε από άυπνο)
Μεταφράσεις

άυπνος

('aipnos) αρσενικό

άυπνη

('aipni) θηλυκό

άυπνο

('aipno) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει κοιμηθεί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close