| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.353.903 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άφθαστος |
0,04 sec. |
|
άφθαστος επίθ α / θ / ουδ άφθαστος, άφθαστη, άφθαστο ['afθastos, 'afθasti, 'afθasto] που δεν τον φτάνει κανείς inégalable άφθαστος καλλιτέχνης un artiste inégalable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|