άφλεκτος

(προωθήθηκε από άφλεκτο)
Μεταφράσεις

άφλεκτος

('aflektos)

άφλεκτη

('aflekti)

άφλεκτο

ininflammable ('aflekto)
επίθετο
που δεν πιάνει φωτιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close