| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.901.839 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άφταστος |
0,01 sec. |
|
άφταστος επίθ α / θ / ουδ άφταστος, άφταστη, άφταστο ['aftastos, 'aftasti, 'aftasto] 1 ασυναγώνιστος imbattable άφταστος παίκτης un joueur imbattable 2 απλησίαστος inaccessible άφταστα όνειρα des rêves inaccessibles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|