άχρηστος

(προωθήθηκε από άχρηστο)
Μεταφράσεις

άχρηστος

('axristos) αρσενικό

άχρηστη

('axristi) θηλυκό

άχρηστο

useless, worthless, lousy, rubbishتافِه, غَيْرُ مُفِيدmizerný, nepoužitelnýelendig, ubrugelignutzlos, unsinniginútil, pésimohyödytön, surkeainexploitable, nulbeskoristan, bezvezaninutile, pessimoだめな, 役に立たない무익한, 하찮은onhandig, waardelooståpelig, ubrukeligbezużyteczny, bzdurnyinútil, ruim, sem qualidadeбесполезный, дряннойprata strunt, värdelösซึ่งไม่มีประโยชน์, ที่ไร้สาระberbat, yararsızvô dụng, vớ vẩn垃圾的, 无用的 ('axristo) ουδέτερο
επίθετο
1. περιττός πετάω άχρηστα πράγματα
2. μεταφορικά ανάξιος άχρηστος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close