| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.100.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άχρηστος |
0,02 sec. |
|
άχρηστος useless, worthless, lousy, rubbish تافه, عديم الجدوى nesmyslný, neužitečný elendig, ubrugelig nutzlos, unsinnig inútil, pésimo hyödytön, surkea inexploitable, nul beskoristan, bezvezan inutile, pessimo だめな, 役に立たない 무익한, 하찮은 onhandig, waardeloos tåpelig, ubrukelig bezużyteczny, bzdurny inútil, ruim, sem qualidade бесполезный, дрянной prata strunt, värdelös ซึ่งไม่มีประโยนช์, ที่ไร้สาระ döküntü, yararsız vô dụng, vớ vẩn 垃圾的, 无用的 επίθ α / θ / ουδ άχρηστος, άχρηστη, άχρηστο ['axristos, 'axristi, 'axristo] 1 περιττός pléonastique ουσ ουδ πληθυντικός άχρηστα ['axrista] το καλάθι των αχρήστων ο κάδος σκουπιδιών γραφείου une corbeille à papier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|