Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.100.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

άχρηστος

0,02 sec.
άχρηστος useless, worthless, lousy, rubbish تافه, عديم الجدوى nesmyslný, neužitečný elendig, ubrugelig nutzlos, unsinnig inútil, pésimo hyödytön, surkea inexploitable, nul beskoristan, bezvezan inutile, pessimo だめな, 役に立たない 무익한, 하찮은 onhandig, waardeloos tåpelig, ubrukelig bezużyteczny, bzdurny inútil, ruim, sem qualidade бесполезный, дрянной prata strunt, värdelös ซึ่งไม่มีประโยนช์, ที่ไร้สาระ döküntü, yararsız vô dụng, vớ vẩn 垃圾的, 无用的
επίθ α / θ / ουδ άχρηστος, άχρηστη, άχρηστο ['axristos, 'axristi, 'axristo]
1 περιττός pléonastique
πετάω άχρηστα πράγματα jeter des affaires inutiles
2 ανάξιος bon, bonne à rien
άχρηστος άνθρωπος un homme bon à rien
ουσ ουδ πληθυντικός άχρηστα ['axrista] το καλάθι των αχρήστων
ο κάδος σκουπιδιών γραφείου une corbeille à papier


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.