| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.860.778 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
άχυρο |
0,02 sec. |
|
άχυρο palla sláma, seno, stéblo halm, hø, strå Halm, Stroh, Heu straw, hay pajlo paja, heno olki, heinä paille, foin קש slama, sijeno szalma paglia, cannuccia 藁, 干し草, 麦わら stro, hooi, strohalm słoma, siano, słomka colmo, palha, feno pai солома, сено slama halm, halmstrå, hö hasırdan yapılmış, saman تبن, قش 건초, 지푸라기 høy, strå ฟางข้าว, หญ้าแห้ง cỏ khô, rơm 干草, 稻草 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|