άψητος

Μεταφράσεις

άψητος

('apsitos)

άψητη

('apsiti)

άψητο

('apsito)
επίθετο
1. που δεν είναι καλά ψημένος ή είναι ωμός Το κρέας είναι άψητο ακόμα.
2. μεταφορικά άπειρος Eίναι ακόμα άψητος στο χώρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close