άψογος

(προωθήθηκε από άψογο)
Μεταφράσεις

άψογος

('apsoɣos) αρσενικό

άψογη

('apsoʝi) θηλυκό

άψογο

impeccable, flawless, sleekimpeccable, irréprochable, parfait ('apsoɣo) ουδέτερο
επίθετο
τέλειος, αλάνθαστος άψογο ντύσιμο Είναι σε άψογη κατάσταση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close