| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.582.453 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έγκαιρος |
0,01 sec. |
|
|
έγκαιρος timely, on time في الموعد المحدد včasný til tiden pünktlich a tiempo, temprano ajoissa à l’heure pravovremen puntuale 遅れずに 정기적인 op tijd presis na czas pontual, cedo вовремя på tid ตรงเวลา zamanında đúng giờ 准时的 מוקדם
επίθ α / θ / ουδ έγκαιρος, έγκαιρη, έγκαιρο ['enɟeros, 'eŋɟeri, 'eŋɟero] που γίνεται στο σωστό χρόνο qui se fait à tempsau moment opportun/-une έγκαιρη διάγνωση un diagnostic qui arrive au moment opportun Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|