Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.771.890 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

έγκαιρος

0,04 sec.
έγκαιρος timely, on time في الموعد المحدد včasný til tiden pünktlich a tiempo ajoissa à l’heure pravovremen puntuale 遅れずに 정기적인 op tijd presis na czas pontual вовремя på tid ตรงเวลา zamanında đúng giờ 准时的
επίθ α / θ / ουδ έγκαιρος, έγκαιρη, έγκαιρο ['enɟeros, 'eŋɟeri, 'eŋɟero]
που γίνεται στο σωστό χρόνο qui se fait à tempsau moment opportun/-une
έγκαιρη διάγνωση un diagnostic qui arrive au moment opportun
επίρρ εγκαίρως, έγκαιρα [eŋ'ɟeros, 'eŋɟera]
στο σωστό χρόνο à temps
Τέλειωσα εγκαίρως. J'ai fini à temps.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.