| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.583.206 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έγκριση |
0,01 sec. |
|
|
έγκριση Abstimmung, Zustimmung approval, approbation approbation odobrenje موافقة schválení godkendelse aprobación hyväksyntä odobravanje approvazione 承認 승인 goedkeuring godkjenning aprobata aprovação одобрение godkännande การอนุมัติ onay sự chấp thuận 批准 одобрение 批准 אישור
ουσ θ έγκριση ['eŋgrisi] άδεια, συγκατάθεση accord δίνω την έγκρισή μου consentirdonner son consentement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|