| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.456.073 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έγκριση |
0,02 sec. |
|
έγκριση Abstimmung, Zustimmung approval, approbation approbation odobrenje موافقة schválení godkendelse aprobación hyväksyntä odobravanje approvazione 承認 승인 goedkeuring godkjenning aprobata aprovação одобрение godkännande การอนุมัติ onay sự chấp thuận 批准 ουσ θ έγκριση ['eŋgrisi] άδεια, συγκατάθεση accord δίνω την έγκρισή μου consentirdonner son consentement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|