| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.607.959 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έκτακτος |
0,02 sec. |
|
|
έκτακτος استثنائي mimořádný ekstraordinær außerordentlich extraordinary, temporary extraordinario, temporal erikoislaatuinen extraordinaire izvanredan straordinario 異常な 비범한 buitengewoon usedvanlig nadzwyczajny extraordinário, temporário выдающийся utomordentlig ผิดธรรมดา olağanüstü lạ thường 非凡的, 临时 временно 臨時 זמני
επίθ α / θ / ουδ έκτακτος, έκτακτη, έκτακτο ['ektaktos, 'ektakti, 'ektakto] 1 εκτός προγράμματος exceptionnel/-elle έκτακτη είδηση une nouvelle exceptionnelle 2 που δεν είναι μόνιμος passager/-ère έκτακτος συνεργάτης un collaborateur auxiliaire 3 εξαιρετικός formidableterrible έκτακτη ποιότητα une qualité excellente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|