| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.960.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έκτακτος |
0,02 sec. |
|
έκτακτος استثنائي mimořádný ekstraordinær außerordentlich extraordinary extraordinario erikoislaatuinen extraordinaire izvanredan straordinario 異常な 비범한 buitengewoon usedvanlig nadzwyczajny extraordinário выдающийся utomordentlig ผิดธรรมดา olağanüstü lạ thường 非凡的 επίθ α / θ / ουδ έκτακτος, έκτακτη, έκτακτο ['ektaktos, 'ektakti, 'ektakto] 1 εκτός προγράμματος exceptionnel/-elle έκτακτη είδηση une nouvelle exceptionnelle 2 που δεν είναι μόνιμος passager/-ère έκτακτος συνεργάτης un collaborateur auxiliaire 3 εξαιρετικός formidableterrible έκτακτη ποιότητα une qualité excellente Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|