Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.882.609.011 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

έκταση

0,01 sec.
έκταση area, ectasis, extension, extent étendue suprafaţă مدى rozloha omfang Ausmaß extensión laajuus razmjer estensione 広がり 범위 mate omfang zasięg extensão, área протяжение omfattning ขอบเขต boyut phạm vi 程度 אזור
ουσ θ έκταση ['ektasi]
1 επιφάνεια étendue
ατέλειωτες εκτάσεις des étendues infinies
αγοράζω έκταση acheter un terrain
2 επιπτώσεις proportion; dimension
Το επεισόδιο πήρε απίστευτη έκταση. L'incident a pris des proportions inimaginables.
3 το άνοιγμα τεντωμένων χεριών extension
τα χέρια σε έκταση les bras en extension


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.