| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.310.987 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έκταση |
0,02 sec. |
|
έκταση area, ectasis, extension, extent étendue suprafaţă مدى rozloha omfang Ausmaß extensión laajuus razmjer estensione 広がり 범위 mate omfang zasięg extensão протяжение omfattning ขอบเขต boyut phạm vi 程度 ουσ θ έκταση ['ektasi] 2 επιπτώσεις proportion; dimension Το επεισόδιο πήρε απίστευτη έκταση. L'incident a pris des proportions inimaginables. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|