| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.609.011 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έκταση |
0,01 sec. |
|
|
έκταση area, ectasis, extension, extent étendue suprafaţă مدى rozloha omfang Ausmaß extensión laajuus razmjer estensione 広がり 범위 mate omfang zasięg extensão, área протяжение omfattning ขอบเขต boyut phạm vi 程度 אזור
ουσ θ έκταση ['ektasi] 2 επιπτώσεις proportion; dimension Το επεισόδιο πήρε απίστευτη έκταση. L'incident a pris des proportions inimaginables. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|