| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.726.604.289 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έκτρωση |
0,01 sec. |
|
έκτρωση abortion avortement Abtreibung, Schwangerschaftsabbruch aborto aborto إجهاض interupce abort abortti pobačaj aborto 妊娠中絶 유산 abortus abort aborcja аборт abort การทำแท้ง kürtaj sự phá thai 堕胎 ουσ θ έκτρωση ['ektrosi] διακοπή εγκυμοσύνης avortement κάνω έκτρωση avorter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|