| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.593.760 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έλατο |
0,02 sec. |
|
έλατο jedle ædelgran, grantræ Tanne, Tannenbaum fir, fir tree abio abeto pihta, kuusi sapin jela, bor fenyő abete spar jodła abeto, pinheiro brad jelka јела gran, barrträd köknar, köknar ağacı ялиця chi linh sam, cây linh sam شجر التنوب もみ 전나무 grantre ель ต้นเฟอร์ 杉树 ουσ ουδ έλατο ['elato] κωνοφόρο δέντρο pin χριστουγεννιάτικο έλατο un sapin de Noël Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|