| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.629.985 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έλλειμμα |
0,02 sec. |
|
|
έλλειμμα deficit, shortfall déficit, manque à gagner قلة manko underskud Defizit deficiencia, déficit vaje manjak deficit 不足すること 부족 tekort svikt niedobór falta, défice недостаток underskott จำนวนที่ขาดไป açık lượng thiếu 短缺, 赤字 дефицит 赤字
ουσ ουδ έλλειμμα ['elima] όταν τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα déficit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|