| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.832.868 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έλξη |
0,02 sec. |
|
έλξη attirance, attraction affinity, attraction جاذبية přitažlivost tiltrækning Anziehungskraft atracción vetovoima privlačnost attrazione 魅力 끌어당기기 aantrekkelijkheid tiltrekning atrakcyjność atração, atracção привлекательность attraktion การดึงดูดความสนใจ çekim sự hấp dẫn 吸引力 ουσ θ έλξη ['elksi] 1 η δύναμη ενός πράγματος να τραβάει κτ άλλο κοντά του attraction; attirance μαγνητική έλξη une attraction magnétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|