| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.631.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έλξη |
0,02 sec. |
|
|
έλξη attirance, attraction affinity, attraction جاذبية přitažlivost tiltrækning Anziehungskraft atracción, tracción vetovoima privlačnost attrazione 魅力 끌어당기기 aantrekkelijkheid tiltrekning atrakcyjność atração, atracção привлекательность attraktion การดึงดูดความสนใจ çekim sự hấp dẫn 吸引力, 牵引 牽引 המתיחה
ουσ θ έλξη ['elksi] 1 η δύναμη ενός πράγματος να τραβάει κτ άλλο κοντά του attraction; attirance μαγνητική έλξη une attraction magnétique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|