| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.642.018 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έμπορος |
0,02 sec. |
|
|
έμπορος commerçant, marchand comerciant dealer تاجر comerciante Händler Трейдер handelaar comerciante търговец obchodník סוחר 상인
ουσ α/θ έμπορος ['emboros] που πουλάει διάφορα προϊόντα commerçant/-ante έμπορος επίπλων un commerçant en meubles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|