Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.786.042.810 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ένας

0,01 sec.
ένας a, one, an un شخص jeden, nějaký en ein, einer un, uno yksi jedan un, uno 一つ, 一つの 어떤 하나의, 한 사람 een en, man jeden alguém, um кто-то en, man คนหรือสิ่งที่ไม่เจาะจง, หนึ่ง bir, birisi một 一个, 一个人
αόριστ άρθρο / α / θ / ουδ ένας, ένα ['enas, 'miamɲa, 'ena]
κάποιος quelqu'un
ένας περαστικός un passant
επίθ ένας δηλώνει ποσότητα mille
μία φορά une fois
ένας και μοναδικός un et un seul
ένας ένας
ο ένας μετά τον άλλον un par un
ουσ ουδ άκλ ένα
ο αριθμός ένα, η μονάδα un


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.