| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.653.195 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ένεση |
0,01 sec. |
|
|
ένεση injection injection حقن injekce indsprøjtning Injektion inyección ruiske injekcija iniezione 注射 주사 injectie injeksjon zastrzyk injeção, injecção инъекция spruta การฉีดยา enjeksiyon sự tiêm thuốc 注射
ουσ θ ένεση ['enesi] η παροχή φαρμάκου στη φλέβα piqûre; injection κάνω ένεση σε κπ faire une injection à qqn τονωτική ένεση une piqûre stimulante Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|