| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.357.517 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ένθετος |
0,06 sec. |
|
ένθετος inwrought επίθ ένθετος, ένθετη, ένθετο ['enθetos, 'enθeti, 'enθeto] που έχει προστεθεί ανάμεσα ή μέσα σε κτ inséré/-ée ουσ ουδ ένθετο πρόσθετο φυλλάδιο σε εφημερίδα ή περιοδικό supplément το ένθετο εφημερίδας le supplément d'un journal Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|