| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.656.192 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ένσταση |
0,01 sec. |
|
|
ένσταση demur, objection اعتراض námitka protest Einwand objeción vastalause objection primjedba obiezione 反対 이의 bezwaar innvending sprzeciw objeção, objecção возражение invändning ความรู้สึกคัดค้าน itiraz sự phản đối 异议, 反对 възражение 反對 התנגדות
ουσ θ ένσταση ['enstasi] επέμβαση διαμαρτυρίας κυρίως σε δικαστήριο objection Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|