| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.218.032 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ένστικτο |
0,04 sec. |
|
ένστικτο Instinkt instinct غريزة instinkt insekt instinct instinto vaisto instinkt istinto 本能 본능 instinct instinkt instynkt instinto инстинкт instinkt สันชาตญาณ içgüdü bản năng 本能 ουσ ουδ ένστικτο ['enstikto] 2 αίσθηση που δε στηρίζεται στη λογική instinctintuition αλάνθαστο ένστικτο un instinct infaillible 3 τάση, κλίση instinct καλλιτεχνικό ένστικτο un instinct artistique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|