| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.663.984 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ένταλμα |
0,02 sec. |
|
|
ένταλμα warrant, writ Festnahme اعتقال aresztowania arresto arrestation арест arrestatie zatčení anholdelse מעצר 逮捕 체포
ουσ ουδ ένταλμα ['endalma] επίσημη εντολή mandat ένταλμα σύλληψης un mandat d'arrêt Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|