| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.879.391 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ένταση |
0,02 sec. |
|
ένταση intensity, tension, volume, strain, stress מתח توتر, ضغط napětí, stres spænding, vægt Spannung, Stress estrés, tensión jännite, stressi stress, tension napetost, stres tensione ストレス, 緊張 긴장, 스트레스 spanning, stress belastning, spenning napięcie, stres estresse, stresse, tensão напряжение, ударение spänning, stress ความเครียด, ความตึงเครียด gerginlik, stres sự căng thẳng, tình trạng căng thẳng 压力, 紧张 ουσ θ ένταση ['endasi] 1 ισχύς φυσικού φαινομένου intensité η ένταση του ανέμουτου σεισμού l'intensité du vent/du tremblement de terre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|