Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.882.667.039 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

έντονος

0,03 sec.
έντονος intensa intense acute, bold, intense, strenuous مجهد vysoký intens intensiv intenso, fuerte voimakas intenzivan intenso 強烈な 강렬한 intens intens intensywny intenso, forte сильный intensiv แรงกล้า yoğun rất căng 强烈的 силен
επίθ α / θ / ουδ έντονος, έντονη, έντονο ['endonos, 'endoni, 'endono]
1 δυνατός robustevigoureux/-euse
έντονος θόρυβοςπόνος un bruit/une douleur intense
2 που είναι εμφανής marqué/-éevif, vive
έντονα χαρακτηριστικά des traits marqués
έντονα χρώματα des couleurs vives
επίρρ έντονα ['endona] με θυμωμένο ύφος sur un ton élevé
μιλάω έντονα σε κπ parler sur un ton élevé à qqn


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.