| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.667.678 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έντυπο |
0,01 sec. |
|
|
έντυπο نشرة مطبوعة tisk tryk Druck print, form impresión painettu teksti empreinte otisak stampa 印刷物 인쇄 afdruk trykk druk impressão печать tryck สิ่งพิมพ์ baskı bản in 印刷物 טופס
ουσ ουδ έντυπο ['endipo] κείμενο με κενά για συμπλήρωση ή με πληροφορίες imprimé; formulaire συμπληρώνω έντυπο remplir un formulaire Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|