Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.490.847 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ένωση

0,01 sec.
ένωση svaz, spojení Union, Vereinigung union, amalgamation, guild union savez unione zveza اتحاد union unión yhdistäminen 結合 연합 verbond union unia união союз förening การรวมกัน birlik liên hiệp 联合
ουσ θ ένωση ['enosi]
1 σημείο στο οποίο συναντώνται δύο αντικείμενα jonction
η ένωση δύο δρόμων la jonction de deux routes
2 συμφωνία κοινής πορείας δύο ή περισσότερων μελών union
η Ευρωπαϊκή Ένωση l'Union Européenne
3 οργάνωση, σύλλογος union
ένωση εργατών l'union ouvrière
χημική ένωση
στη χημεία, σύνδεση διαφορετικών ατόμων une combinaison chimique


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.