| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.486.262 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έξυπνος |
0,01 sec. |
|
έξυπνος clever, intelligent, canny, shrewd, brainy éveillé, intelligent ذكي, شاطر chytrý klog gescheit, schlau inteligente, sesudo älykäs pametan intelligente 賢い, 頭のいい 영리한, 총명한 slim begavet, smart bystry, zdolny esperto, inteligente мозговитый, умный begåvad, klyftig เฉลียวฉลาด, ฉลาดมาก akıllı, zeki thông minh 聪明的 επίθ α / θ / ουδ έξυπνος, έξυπνη, έξυπνο ['eksipnos, 'eksipni, 'eksipno] 1 που έχει πολλές διανοητικές ικανότητες intelligent/-entemalin, maligne έξυπνη γυναίκα une femme intelligente 2 που έχει γίνει μετά από σκέψη astucieux/-ieuseintelligent έξυπνη απάντησηκίνηση une réponse astucieuse/un geste astucieux κάνω τον έξυπνο κάνω πως τα ξέρω όλα faire le malin επίρρ έξυπνα ['eksipna] intelligemmentastucieusement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|