| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.656.013 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
έξω |
0,03 sec. |
|
έξω Ausland, außer, Äußere, draußen, hinaus abroad, except, out, outside fuera à l'étranger, à part, dehors, en dehors de, exepté, hors חוץ afară вне, снаружи خارجاً venku ud ulkona vani fuori 外に 밖으로 uit ut na zewnątrz fora ute ภายนอก dışarıda ở ngoài 在外 επίρρ έξω ['ekso] 1 ανοιχτός χώρος dehorsà l'extérieur 3 στο εξωτερικό à l'étranger σπουδάζω έξω faire ses études à l'étranger Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|