Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.049.095 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

έργο

0,03 sec.
έργο Werk, Aufgabe project, work, film, play, task laboro travail, ouvrage, tâche יצירה lavoro, compito labor, opus werk, taak praca, zadanie مهمة úkol opgave tarea tehtävä zadatak 任務 과제 oppgave tarefa задание uppgift ภารกิจ görev nhiệm vụ 任务
ουσ ουδ έργο ['erɣo]
1 οποιαδήποτε δραστηριότητα με κπ σκοπό œuvre; acte
φιλόδοξο έργο une œuvre ambitieuse
Θέλουμε έργα. On a besoin d'actes.
2 σημαντικές δραστηριότητες œuvre
έργο ζωής l'œuvre d'une vie
3 κατασκευαστικές δραστηριότητες travail
Γίνονται έργα στην εθνική. On fait des travaux sur la nationale.
4 καλλιτεχνικό δημιούργημα œuvreouvrage
ζωγραφικό έργο une œuvre de peinture
κινηματογραφικό έργο une œuvre cinématographique/un film
θεατρικό έργο une pièce de théâtre


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.