Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.882.708.435 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

έχω

0,02 sec.
έχω aanhê, dra, hê يملك, يَمْلِك haver, tenir have haben have, possess havi tener داشتن avoir इसी imati memiliki hafa avere habere hebben mieć ter mať imeti ha мати иметь mít olla jollakulla 持っている 가지고 있다 ha มี sahip olmak Имам
ρ μετβ έχω ['exo]
1 διαθέτω avoirposséder
έχω λεφτάσπίτι avoir de l'argent/posséder une maison
έχω θάρρος avoir du courage
2 παίρνω recevoir
έχω νέα από κπ avoir des nouvelles de qqn
3 φυλάω avoir
έχω λεφτά στην τράπεζα avoir de l'argent à la banque
Έχω ό,τι χρειάζεται στο ψυγείο. J'ai ce qu'il faut au frigo.
4 κοστίζω coûter
Πόσο έχει το ψωμί; Combien coûte le pain?
έχω να (+ ρήμα)
πρέπει να devoiril faut que
Έχω να μαγειρέψω. Je dois préparer à manger.
ρ βοηθ έχω
για το σχηματισμό σύνθετων χρόνων avoir
έχω διαβάσει j'ai lu


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.