| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.708.435 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έχω |
0,02 sec. |
|
|
έχω aanhê, dra, hê يملك, يَمْلِك haver, tenir have haben have, possess havi tener داشتن avoir इसी imati memiliki hafa avere habere hebben mieć ter mať imeti ha мати иметь mít olla jollakulla 持っている 가지고 있다 ha มี sahip olmak có 有 Имам
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|