Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.882.710.321 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

έχω τα μέσα

0,02 sec.
έχω τα μέσα dovolit (si)
έχω τα μέσα have råd til
έχω τα μέσα leisten (sich)
έχω τα μέσα afford
έχω τα μέσα permitirse, poder permitirse
έχω τα μέσα olla varaa johonkin
έχω τα μέσα avoir les moyens de
έχω τα μέσα pružati
έχω τα μέσα potersi permettere
έχω τα μέσα ・・・する余裕がある
έχω τα μέσα ...할 여유가 있다
έχω τα μέσα veroorloven
έχω τα μέσα ha råd til
έχω τα μέσα pozwolić sobie (na coś)
έχω τα μέσα poder comprar
έχω τα μέσα ha råd med
έχω τα μέσα สามารถหาได้
έχω τα μέσα gücü yetmek
έχω τα μέσα đủ tiềm lực
έχω τα μέσα 付得起


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.