| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.710.321 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
έχω τα μέσα |
0,02 sec. |
|
|
έχω τα μέσα قادر على تحمل مصاريف έχω τα μέσα dovolit (si) έχω τα μέσα have råd til έχω τα μέσα leisten (sich) έχω τα μέσα afford έχω τα μέσα permitirse, poder permitirse έχω τα μέσα olla varaa johonkin έχω τα μέσα avoir les moyens de έχω τα μέσα pružati έχω τα μέσα potersi permettere έχω τα μέσα ・・・する余裕がある έχω τα μέσα ...할 여유가 있다 έχω τα μέσα veroorloven έχω τα μέσα ha råd til έχω τα μέσα pozwolić sobie (na coś) έχω τα μέσα poder comprar έχω τα μέσα (быть в состоянии) позволить себе что-л. έχω τα μέσα ha råd med έχω τα μέσα สามารถหาได้ έχω τα μέσα gücü yetmek έχω τα μέσα đủ tiềm lực έχω τα μέσα 付得起 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|