| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.015.359 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ήρεμος |
0,02 sec. |
|
ήρεμος calm, quiet, still, tranquil sosegado, tranquilo, calmado calme, placide, serein, tranquille spokojny calm спокойный, тихий ساكن klidný rolig ruhig rauhallinen miran calmo 落ち着いた 고요한 kalm rolig calmo lugn ที่มีอารมณ์สงบ sakin bình tĩnh 平静的 επίθ α / θ / ουδ ήρεμος, ήρεμη, ήρεμο ['iremos, 'iremi, 'iremo] 1 χωρίς εντάσεις calmementtranquillement ήρεμη μέρα une journée calme επίρρ ήρεμα ['irema] χωρίς εντάσεις calmementtranquillement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|