Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.015.359 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ήρεμος

0,02 sec.
ήρεμος calm, quiet, still, tranquil sosegado, tranquilo, calmado calme, placide, serein, tranquille spokojny calm спокойный, тихий ساكن klidný rolig ruhig rauhallinen miran calmo 落ち着いた 고요한 kalm rolig calmo lugn ที่มีอารมณ์สงบ sakin bình tĩnh 平静的
επίθ α / θ / ουδ ήρεμος, ήρεμη, ήρεμο ['iremos, 'iremi, 'iremo]
1 χωρίς εντάσεις calmementtranquillement
ήρεμη μέρα une journée calme
2 απαλός doux, douce
ήρεμη μουσική une musique calme
επίρρ ήρεμα ['irema]
χωρίς εντάσεις calmementtranquillement
μιλάω ήρεμα parler calmement


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.