| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.551.340 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ήσυχος |
0,02 sec. |
|
ήσυχος quiet tranquille, silencieux هادئ tichý stille ruhig silencioso hiljainen tih silenzioso 静かな 조용한 stil stille cichy calmo, quieto тихий tyst เงียบ sessiz yên lặng 安静的 επίθ α / θ / ουδ ήσυχος, ήσυχη, ήσυχο ['isixos, 'isiçi, 'isixo] 1 που δεν είναι άτακτος sagetranquille 2 ήρεμος calmetranquille επίρρ ήσυχα ['isixa] χωρίς θόρυβο ή ένταση calmementtranquillement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|