Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.506.465 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ίδιος

0,03 sec.
ίδιος same, own même, pareil, propre مشابه, ملكه stejný, vlastní egen, samme der gleiche, eigen mismo, propio oma, sama isti, vlastit proprio, stesso 同じ, 自分自身の 동일한, 자기 자신의 eigen, hetzelfde egen, lik identyczny, własny mesmo, próprio одинаковый, собственный egen, samma เหมือนกัน, ที่เป็นของตัวเอง aynı, kendi của chính mình, cùng 同样的, 自己的
επίθ α / θ / ουδ ίδιος, ίδια, ίδιο ['iðjos, 'iðja, 'iðjo]
1 όμοιος, κοινός même
Έχουν τα ίδια μάτια. Ils ont les mêmes yeux.
Μένουν στο ίδιο σπίτι. Ils habitent dans la même maison.
2 χρησιμοποιείται για υπογράμμιση της ταυτότητας κάποιου propresoi-même
Έκαψε το ίδιο του το σπίτι. Il a brûlé sa propre maison.
Το έφτιαξα εγώ ο ίδιος. Je l'ai fabriqué moi-même.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.