Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.539.997 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ίκτερος

0,01 sec.
ίκτερος gelbsucht, Gelbsucht
ίκτερος icterus, jaundice
ίκτερος iktero
ίκτερος ictère, jaunisse
ίκτερος geelzucht
ίκτερος يرقان
ίκτερος žloutenka
ίκτερος gulsot
ίκτερος ictericia
ίκτερος keltatauti
ίκτερος žutica
ίκτερος itterizia
ίκτερος 黄疸
ίκτερος 황달
ίκτερος gulsott
ίκτερος żółtaczka
ίκτερος icterícia
ίκτερος желтуха
ίκτερος gulsot
ίκτερος โรคดีซ่าน
ίκτερος sarılık
ίκτερος bệnh vàng da
ίκτερος 黄疸


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.