| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.652.128 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ίλιγγος |
0,02 sec. |
|
ίλιγγος vertigo vertige دُوار závrať svimmelhed Schwindel vértigo huimaus strah od visine vertigine めまい 현기증 duizeligheid vertigo zawroty głowy vertigem головокружение höjdskräck อาการเวียนศรีษะทำให้ทรงตัวลำบาก yükseklik korkusu sự chóng mặt 眩晕 ουσ α ίλιγγος ['iliŋgos] παθολογική ζάλη vertige; étourdissement Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|