Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.343.883 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αέρας

0,02 sec.
αέρας Luft, Wind air, wind, goodwill aire, viento ilma, tuuli air, vent רוח aria lucht, wind powietrze, wiatr hava ветер, воздух هواء vzduch luft zrak 空気 공기 luft ar luft อากาศ không khí 空气
ουσ α αέρας [a'eras]
1 η ατμόσφαιρα που μας περιβάλλει air
βγαίνω έξω για να πάρω αέρα sortir pour prendre l'air
η μόλυνση του αέρα που αναπνέουμε la pollution de l'air qu'on respire
2 ο άνεμος vent
O αέρας φυσάει δυνατά. Le vent souffle fort.
3 η δημιουργία ρεύματος airvent
κάνω αέρα με τη βεντάλια μου faire du vent avec son éventail
κενό αέρος
χώρος όπου δεν υπάρχει αέρας un vide d'air
κρέας σε κενό αέρος une viande sous vide


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.