αίσθηση

Μεταφράσεις

αίσθηση

sense, feeling, sensationsens, sensation, sentimentحاسَّة, شُعُورpocit, smyslfølelse, sansGefühl, Sinnsensación, sentidoaisti, tunnečulo, osjećajsenso, sentimento感覚, 気持ち감각, 느낌gevoel, zintuigfølelse, fornuftuczucie, zmysłsentido, sentimentoчувствоkänsla, sinneความรู้สึกduygu, duyucảm giác, giác quan感觉чувство ('esθisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. βιολογία οι βασικές αισθητικές λειτουργίες η αίσθηση της όρασης η αίσθηση της αφής
δυνατό προαίσθημα
2. το σωματικό ερέθισμα η αίσθηση του κρύου ευχάριστη αίσθηση
3. επίγνωση, επαφή με χάνω τις αισθήσεις μου χάνω την αίσθηση της πραγματικότητας
4. εντυπωσιάζω Η παρουσία της έκανε αίσθηση.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close