| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.564.767 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αίσχος |
0,02 sec. |
|
αίσχος opprobrium, shame ουσ ουδ αίσχος ['esxos] 1 ντροπή ignominie; abomination ουσ ουδ πληθυντικός αίσχη ['esxi] χυδαίες και εγκληματικές πράξεις ignominiesactes honteux διαπράττω αίσχη commettre des ignominies Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|