αβάσιμος

(προωθήθηκε από αβάσιμη)
Μεταφράσεις

αβάσιμος

(a'vasimos) αρσενικό

αβάσιμη

(a'vasimi) θηλυκό

αβάσιμο

baseless, unfounded, untenableperusteetoninfondéubegrundet근거unbegründetongegrond (a'vasimo) ουδέτερο
επίθετο
που δε στηρίζεται σε σωστή βάση αβάσιμο επιχείρημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close