αβάσταχτος

(προωθήθηκε από αβάσταχτη)
Μεταφράσεις

αβάσταχτος

(a'vastaxtos)

αβάστακτος

(a'vastaktos)

αβάσταχτη

(a'vastaxti) θηλυκό

αβάσταχτο

unbearableinsoutenableinsuportável (a'vastaxto) ουδέτερο
επίθετο
αφόρητοs, ανυπόφορος αβάσταχτη ζέστη αβάσταχτος πόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close