Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.306.047 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αβέβαιος

0,02 sec.
αβέβαιος uncertain, unsure epävarma incertain, aléatoire precário, incerto غير متأكد, غير واثق nejistý usikker ungewiss, unsicher incierto, inseguro neizvjestan, nesiguran incerto, insicuro 不確実な, 確信のない 불확실한 onzeker usikker niepewny неопределенный, неуверенный osäker ไม่แน่ใจ, ที่ไม่แน่นอน belirsiz, emin olmayan không chắc chắn, thiếu tự tin 不确定的
επίθ α / θ / ουδ αβέβαιος, αβέβαιη, αβέβαιο [a'veveos, a'vevei, a'veveo]
1 ασταθής incertain/-aine
αβέβαιη κίνηση un mouvement incertain
2 απρόβλεπτος, μη σίγουρος incertain; douteux/-euse
αβέβαιο μέλλον un avenir incertain
αβέβαιο αποτέλεσμα un résultat douteux


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.