| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.766.160 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αβίαστος |
0,01 sec. |
|
|
αβίαστος spontaneous naturel, volontaire
επίθ α / θ / ουδ αβίαστος, αβίαστη, αβίαστο [a'viastos, a'viasti, a'viasto] αυθόρμητος naturel/-ellespontané/-ée επίρρ αβίαστα [a'viasta] naturellementsans contrainte Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|