| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.882.766.752 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αβεβαιότητα |
0,01 sec. |
|
|
αβεβαιότητα uncertainty necerteco incertitude عدم التأكد nejistota uvished Ungewissheit incertidumbre epävarmuus neizvjesnost incertezza 不確実 불확실 onzekerheid usikkerhet niepewność incerteza неопределенность osäkerhet ความไม่แน่นอน belirsizlik sự không chắc chắn 无确定因素 несигурност
ουσ θ αβεβαιότητα [aveve'otita] η έλλειψη σιγουριάς incertitude; insécurité επαγγελματική αβεβαιότητα une insécurité professionnelle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|